δικαιωματικώς
•
- λόγιοδικαιωματικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δικαιωματικώς < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα δικαιωματικῶς. Συγχρονικά αναλύεται σε δικαιωματικ(ός) + -ώς.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
δικαιωματικώς < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα δικαιωματικῶς. Συγχρονικά αναλύεται σε δικαιωματικ(ός) + -ώς.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →