δικαιόχρηση
•
- νομικός όροςσυμβατική παραχώρηση, έναντι ανταλλάγματος, του δικαιώματος χρήσης σήματος, επωνυμίας και οργανωμένης τεχνογνωσίας επιχείρησης για την άσκηση συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας από τρίτο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δικαιόχρηση < δίκαι(ος) + -ο- + χρήση (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική franchising)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δικαιόχρηση | δικαιοχρήσεις |
| Γενική | δικαιόχρησης | δικαιοχρήσεων |
| Αιτιατική | δικαιόχρηση | δικαιοχρήσεις |
| Κλητική | δικαιόχρηση | δικαιοχρήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →