Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δικατάληκτος

/ði.kaˈta.li.ktos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. γραμματικήπου έχει μόνο δύο διαφορετικές καταλήξεις για τα τρία γένη, μία κοινή για το αρσενικό και το θηλυκό, και μία για το ουδέτερο Βικιλεξικό
    • το επίθετο «μυστηριώδης» είναι τριγενές και δικατάληκτο

Ετυμολογία

δικατάληκτος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δικατάληκτος. Συγχρονικά αναλύεται σε (δις) δι- + (καταλήγω) κατακληκ- + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδικατάληκτοςδικατάληκτηδικατάληκτο
Γενικήδικατάληκτουδικατάληκτηςδικατάληκτου
Αιτιατικήδικατάληκτοδικατάληκτηδικατάληκτο
Κλητικήδικατάληκτεδικατάληκτηδικατάληκτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδικατάληκτοιδικατάληκτεςδικατάληκτα
Γενικήδικατάληκτωνδικατάληκτωνδικατάληκτων
Αιτιατικήδικατάληκτουςδικατάληκτεςδικατάληκτα
Κλητικήδικατάληκτοιδικατάληκτεςδικατάληκτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →