δικατάληκτος
•
- γραμματικήπου έχει μόνο δύο διαφορετικές καταλήξεις για τα τρία γένη, μία κοινή για το αρσενικό και το θηλυκό, και μία για το ουδέτερο Βικιλεξικό
- το επίθετο «μυστηριώδης» είναι τριγενές και δικατάληκτο
Ετυμολογία
δικατάληκτος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δικατάληκτος. Συγχρονικά αναλύεται σε (δις) δι- + (καταλήγω) κατακληκ- + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δικατάληκτος | δικατάληκτη | δικατάληκτο |
| Γενική | δικατάληκτου | δικατάληκτης | δικατάληκτου |
| Αιτιατική | δικατάληκτο | δικατάληκτη | δικατάληκτο |
| Κλητική | δικατάληκτε | δικατάληκτη | δικατάληκτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δικατάληκτοι | δικατάληκτες | δικατάληκτα |
| Γενική | δικατάληκτων | δικατάληκτων | δικατάληκτων |
| Αιτιατική | δικατάληκτους | δικατάληκτες | δικατάληκτα |
| Κλητική | δικατάληκτοι | δικατάληκτες | δικατάληκτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →