δικηγοράκος
•
- υποκοριστικό του δικηγόρος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δικηγοράκος < δικηγόρ(ος) + υποκοριστικό επίθημα -άκος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δικηγοράκος | δικηγοράκοι |
| Γενική | δικηγοράκου | δικηγοράκων |
| Αιτιατική | δικηγοράκο | δικηγοράκους |
| Κλητική | δικηγοράκο | δικηγοράκοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →