Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δικηγορικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον δικηγόρο ή τη δικηγορία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δικηγορικός < δικηγόρος / δικηγορία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδικηγορικόςδικηγορικήδικηγορικό
Γενικήδικηγορικούδικηγορικήςδικηγορικού
Αιτιατικήδικηγορικόδικηγορικήδικηγορικό
Κλητικήδικηγορικέδικηγορικήδικηγορικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδικηγορικοίδικηγορικέςδικηγορικά
Γενικήδικηγορικώνδικηγορικώνδικηγορικών
Αιτιατικήδικηγορικούςδικηγορικέςδικηγορικά
Κλητικήδικηγορικοίδικηγορικέςδικηγορικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →