Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δικηγορόσημο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ένσημο που επικολλάται σε δικαστικά έγγραφα Βικιλεξικό
    • Σκοπός των προτεινόμενων κανονισμών είναι η τροποποίηση των υφιστάμενων περί Ταμείου Συντάξεως Δικηγόρων (Τέλη) Κανονισμών, για την επανέκφραση από λίρες σε ευρώ των τελών (δικηγορόσημα) που καταβάλλει κάθε δικηγόρος που ασκεί το επάγγελμα για οποιαδήποτε εμφάνισή του ενώπιον δικαστηρίου και για οποιαδήποτε κατάθεση εγγράφου σε καθορισμένες περιπτώσεις. (*)

Ετυμολογία

δικηγορόσημο < δικηγόρος + -ο- + σήμα + -ο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδικηγορόσημοδικηγορόσημα
Γενικήδικηγορόσημουδικηγορόσημων
Αιτιατικήδικηγορόσημοδικηγορόσημα
Κλητικήδικηγορόσημοδικηγορόσημα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →