δικηγορώ
•
- εργάζομαι ως δικηγόρος, ασκώ το σχετικό επάγγελμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δικηγορώ < μεσαιωνική ελληνική δικηγορώ < δικήγορος < δίκη (< αρχαία ελληνική δίκη) + -ήγορος (< αρχαία ελληνική ἀγορεύω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δικηγορώ | δικηγορείς | δικηγορεί | δικηγορούμε | δικηγορείτε | δικηγορούν / δικηγορούνε |
| Παρατατικός | δικηγορούσα | δικηγορούσες | δικηγορούσε | δικηγορούσαμε | δικηγορούσατε | δικηγορούσαν / δικηγορούσανε |
| Αόριστος | δικηγόρησα | δικηγόρησες | δικηγόρησε | δικηγορήσαμε | δικηγορήσατε | δικηγορήσαν / δικηγορήσανε / δικηγόρησαν |
| Μέλλοντας | θα δικηγορήσω / θα δικηγορώ | θα δικηγορήσεις / θα δικηγορείς | θα δικηγορήσει / θα δικηγορεί | θα δικηγορήσουμε / θα δικηγορούμε | θα δικηγορήσετε / θα δικηγορείτε | θα δικηγορήσουν / θα δικηγορήσουνε / θα δικηγορούν / θα δικηγορούνε |
| Παρακείμενος | έχω δικηγορήσει | έχεις δικηγορήσει | έχει δικηγορήσει | έχουμε δικηγορήσει | έχετε δικηγορήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δικηγορήσει | είχες δικηγορήσει | είχε δικηγορήσει | είχαμε δικηγορήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δικηγορήσει / να δικηγορήσω / να δικηγορώ | να έχεις δικηγορήσει / να δικηγορήσεις / να δικηγορείς | να έχει δικηγορήσει / να δικηγορήσει / να δικηγορεί | να έχουμε δικηγορήσει / να δικηγορήσουμε / να δικηγορούμε | να έχετε δικηγορήσει / να δικηγορήσετε / να δικηγορείτε | να δικηγορήσουν / να δικηγορήσουνε / να δικηγορούν / να δικηγορούνε |
| Προστακτική | — | δικηγόρει / δικηγόρησε | — | — | δικηγορήστε / δικηγορείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →