δικλινής
•
- αφορά στέγηπου έχει δύο κεκλιμένα επίπεδα Βικιλεξικό
- Η στέγη είναι επιμήκης δικλινής στο υπερυψωμένο κεντρικό κλίτος και μονοκλινής χαμηλότερη στα πλάγια κλίτη και τον νάρθηκα. (Αφροδίτη Πασαλή, «Ο Άγιος Γεώργιος στην Βασιλική της Καλαμπάκας», Βυζαντινά, 25 (Θεσσαλονίκη 2005) 72)
Ετυμολογία
δικλινής < δι- + -κλινής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δικλινής | δικλινής | δικλινές |
| Γενική | δικλινούς | δικλινούς | δικλινούς |
| Αιτιατική | δικλινή | δικλινή | δικλινές |
| Κλητική | δικλινή / δικλινής | δικλινής | δικλινές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δικλινείς | δικλινείς | δικλινή |
| Γενική | δικλινών | δικλινών | δικλινών |
| Αιτιατική | δικλινείς | δικλινείς | δικλινή |
| Κλητική | δικλινείς | δικλινείς | δικλινή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →