Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δικομματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με δύο κόμματα ή αναφέρεται σ' αυτά Βικιλεξικό
    • Δικομματική είναι πλέον η κυβέρνηση, που δέχτηκε μεγάλο πλήγμα, με αφορμή τους χειρισμούς για την αναδιάρθρωση της ΕΡΤ. (*)

Ετυμολογία

δικομματικός < δι- (< αρχαία ελληνική δίς) + κομματικός < κόμμα < αρχαία ελληνική κόπτω ((σημασιολογικό δάνειο) (γαλλικά) biparti ή (αγγλικά) bipartisan)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδικομματικόςδικομματικήδικομματικό
Γενικήδικομματικούδικομματικήςδικομματικού
Αιτιατικήδικομματικόδικομματικήδικομματικό
Κλητικήδικομματικέδικομματικήδικομματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδικομματικοίδικομματικέςδικομματικά
Γενικήδικομματικώνδικομματικώνδικομματικών
Αιτιατικήδικομματικούςδικομματικέςδικομματικά
Κλητικήδικομματικοίδικομματικέςδικομματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →