Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δικρανίζω

ρήμα
•
  1. χρησιμοποιώ το δικράνι σε γεωργικές εργασίες Βικιλεξικό
  2. κατεργάζομαι μια ράβδο ή ξύλο, ώστε να τα άκρα τους να μοιάζουν με δικράνι ή (κατ’ επέκταση) ενώνω δύο τέτοιες ράβδους ή ξύλα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δικρανίζω < δικράνι / δίκρανο + -ίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδικρανίζωδικρανίζειςδικρανίζειδικρανίζουμεδικρανίζετεδικρανίζουν / δικρανίζουνε
Παρατατικόςδικράνιζαδικράνιζεςδικράνιζεδικρανίζαμεδικρανίζατεδικράνιζαν / δικρανίζαν / δικρανίζανε
Αόριστοςδικράνισαδικράνισεςδικράνισεδικρανίσαμεδικρανίσατεδικράνισαν / δικρανίσαν / δικρανίσανε
Μέλλονταςθα δικρανίζω / θα δικρανίσωθα δικρανίζεις / θα δικρανίσειςθα δικρανίζει / θα δικρανίσειθα δικρανίζουμε / θα δικρανίσουμεθα δικρανίζετε / θα δικρανίσετεθα δικρανίζουν / θα δικρανίζουνε / θα δικρανίσουν / θα δικρανίσουνε
Παρακείμενοςέχω δικρανίσειέχεις δικρανίσειέχει δικρανίσειέχουμε δικρανίσειέχετε δικρανίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα δικρανίσειείχες δικρανίσειείχε δικρανίσειείχαμε δικρανίσει——
Υποτακτικήνα έχω δικρανίσει / να δικρανίζω / να δικρανίσωνα έχεις δικρανίσει / να δικρανίζεις / να δικρανίσειςνα έχει δικρανίσει / να δικρανίζει / να δικρανίσεινα έχουμε δικρανίσει / να δικρανίζουμε / να δικρανίσουμενα έχετε δικρανίσει / να δικρανίζετε / να δικρανίσετενα δικρανίζουν / να δικρανίζουνε / να δικρανίσουν / να δικρανίσουνε
Προστακτική—δικράνιζε / δικράνισε——δικρανίζετε / δικρανίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →