δικρανίζω
•
- χρησιμοποιώ το δικράνι σε γεωργικές εργασίες Βικιλεξικό
- κατεργάζομαι μια ράβδο ή ξύλο, ώστε να τα άκρα τους να μοιάζουν με δικράνι ή (κατ’ επέκταση) ενώνω δύο τέτοιες ράβδους ή ξύλα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δικρανίζω < δικράνι / δίκρανο + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δικρανίζω | δικρανίζεις | δικρανίζει | δικρανίζουμε | δικρανίζετε | δικρανίζουν / δικρανίζουνε |
| Παρατατικός | δικράνιζα | δικράνιζες | δικράνιζε | δικρανίζαμε | δικρανίζατε | δικράνιζαν / δικρανίζαν / δικρανίζανε |
| Αόριστος | δικράνισα | δικράνισες | δικράνισε | δικρανίσαμε | δικρανίσατε | δικράνισαν / δικρανίσαν / δικρανίσανε |
| Μέλλοντας | θα δικρανίζω / θα δικρανίσω | θα δικρανίζεις / θα δικρανίσεις | θα δικρανίζει / θα δικρανίσει | θα δικρανίζουμε / θα δικρανίσουμε | θα δικρανίζετε / θα δικρανίσετε | θα δικρανίζουν / θα δικρανίζουνε / θα δικρανίσουν / θα δικρανίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω δικρανίσει | έχεις δικρανίσει | έχει δικρανίσει | έχουμε δικρανίσει | έχετε δικρανίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δικρανίσει | είχες δικρανίσει | είχε δικρανίσει | είχαμε δικρανίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δικρανίσει / να δικρανίζω / να δικρανίσω | να έχεις δικρανίσει / να δικρανίζεις / να δικρανίσεις | να έχει δικρανίσει / να δικρανίζει / να δικρανίσει | να έχουμε δικρανίσει / να δικρανίζουμε / να δικρανίσουμε | να έχετε δικρανίσει / να δικρανίζετε / να δικρανίσετε | να δικρανίζουν / να δικρανίζουνε / να δικρανίσουν / να δικρανίσουνε |
| Προστακτική | — | δικράνιζε / δικράνισε | — | — | δικρανίζετε / δικρανίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →