δικτυώνομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος δικτυώνω Βικιλεξικό
- δημιουργώ δίκτυο γνωστών / φίλων / επαφών γενικότερα Βικιλεξικό
- Βεβαίως, όσοι είχαν ένα δράμι μυαλό, έμπαιναν στον κόπο να σκεφτούν πως για πράκτορας παραήμουν φασαριόζος. Οι πράκτορες είναι συνήθως χαμηλών τόνων, παραμένουν στη σκιά, δικτυώνονται, δεν τραβούν τη δημοσιότητα πάνω τους, ούτε τρίβονται διαρκώς στην γκλίτσα του τσοπάνη. (Πέτρος Τατσόπουλος, Ήμουν κι εγώ εκεί, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)
- πληροφορικήσυνδέομαι σε υπολογιστικό δίκτυο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Άλλοι τύποι
δικτυωμένοςδικτυώθηκαδικτυώνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →