δικυκλιστής
•
- ο οδηγός ή κάτοχος δικύκλου Βικιλεξικό
- Σύμφωνα με την Τροχαία, δικυκλιστής συγκρούστηκε με στρατιωτικό όχημα (φορτηγό) με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του.
Ετυμολογία
δικυκλιστής < δίκυκλ(ο) + -ιστής, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική bicycliste
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δικυκλιστής | δικυκλιστές |
| Γενική | δικυκλιστή | δικυκλιστών |
| Αιτιατική | δικυκλιστή | δικυκλιστές |
| Κλητική | δικυκλιστή | δικυκλιστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →