Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διλεκτικός

/ði.le.ktiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. αποτελούμενος από δύο λέξεις Βικιλεξικό
    • Η λέξη μεταφορά (μετά + φέρω) έχει διλεκτική καταγωγή.
  2. λεγόμενος ή εκφραζόμενος με δύο λέξεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διλεκτικός < δι- + λεκτικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιλεκτικόςδιλεκτικήδιλεκτικό
Γενικήδιλεκτικούδιλεκτικήςδιλεκτικού
Αιτιατικήδιλεκτικόδιλεκτικήδιλεκτικό
Κλητικήδιλεκτικέδιλεκτικήδιλεκτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιλεκτικοίδιλεκτικέςδιλεκτικά
Γενικήδιλεκτικώνδιλεκτικώνδιλεκτικών
Αιτιατικήδιλεκτικούςδιλεκτικέςδιλεκτικά
Κλητικήδιλεκτικοίδιλεκτικέςδιλεκτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →