διμεταλλικός
•
- που αποτελείται από δύο διαφορετικά, και διακριτά μεταξύ τους, μέταλλα Βικιλεξικό
- το νόμισμα του ενός ευρώ είναι διμεταλλικό
- διμεταλλικά ελάσματα χρησιμοποιούνται σε ηλεκτρονόμους που ενεργοποιούν συστήματα ανάλογα με τη θερμοκρασία του περιβάλλοντος
- οικονομίαπου αναφέρεται ή ανήκει στον διμεταλλισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διμεταλλικός < δι- + μέταλλο + -ικός # διμεταλλικός < διμεταλλισμός + -ικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική bimetallique)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διμεταλλικός | διμεταλλική | διμεταλλικό |
| Γενική | διμεταλλικού | διμεταλλικής | διμεταλλικού |
| Αιτιατική | διμεταλλικό | διμεταλλική | διμεταλλικό |
| Κλητική | διμεταλλικέ | διμεταλλική | διμεταλλικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διμεταλλικοί | διμεταλλικές | διμεταλλικά |
| Γενική | διμεταλλικών | διμεταλλικών | διμεταλλικών |
| Αιτιατική | διμεταλλικούς | διμεταλλικές | διμεταλλικά |
| Κλητική | διμεταλλικοί | διμεταλλικές | διμεταλλικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →