Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διμούτσουνος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάπου έχει δύο μουτσούνες, δυό όψεις Βικιλεξικό
    • Ο γυρολόγος φωτογράφος και ο πραματευτής ράγιζαν και αυτοί το γυαλί της ησυχίας του απομεσήμερου. Το ντιαλαλητό τους αντιπροσώπευε τη διμούτσουνη ουσία της ζωής, το κλάμα και το γέλιο. (Παναγιώτης Κουσαθανάς, Είναι και πράγματα βουβά, εκδ. Νεφέλη, 1999, σελ. 16)
  2. μεταφορικάδιπρόσωπος, με υποκριτική συμπεριφορά Βικιλεξικό
    • - Οχιά διμούτσουνη, μωρή πατσαβούρα· πάντα τέτοια ήσουνα, ούρλιαξα κι εκείνη μου 'κλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα. (Κώστας Σωτηρίου, Κοντραπόστο: αφηγήματα της πόλης, εκδ. Νεφέλη, 1998, σελ. 79)
  3. ουσιαστικοποιημένοδιμούτσουνη (εννοείται καραμπίνα με δυο κάννες) Βικιλεξικό
    • Τσακίσου από εδώ μέσα, βρομοκαλόγερε, γιατί αλλιώς θα στην ανάψω. Και τράβηξε από την μπατανία που σκέπαζε τα πόδια του μια διμούτσουνη. (Η μεσοπολεμική πεζογραφία: από τον πρώτο έως τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-1939), εκδ. Σοκόλη, 1996, σελ. 408)

Ετυμολογία

διμούτσουνος < δι- + μουτσούνα + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιμούτσουνοςδιμούτσουνηδιμούτσουνο
Γενικήδιμούτσουνουδιμούτσουνηςδιμούτσουνου
Αιτιατικήδιμούτσουνοδιμούτσουνηδιμούτσουνο
Κλητικήδιμούτσουνεδιμούτσουνηδιμούτσουνο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιμούτσουνοιδιμούτσουνεςδιμούτσουνα
Γενικήδιμούτσουνωνδιμούτσουνωνδιμούτσουνων
Αιτιατικήδιμούτσουνουςδιμούτσουνεςδιμούτσουνα
Κλητικήδιμούτσουνοιδιμούτσουνεςδιμούτσουνα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →