δινόλουτρο
•
- λόγιομορφή λουτροθεραπείας κατά την οποία το νερό τίθεται σε κυκλική κίνηση και ασκεί μηχανική πίεση στο σώμα, με σκοπό τη χαλάρωση ή/και τη θεραπευτική επίδραση Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη συσκευή που παράγει αυτή τη ροή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δινόλουτρο < δίνη + -ο- + λουτρό (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική whirlpool bath)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δινόλουτρο | δινόλουτρα |
| Γενική | δινόλουτρου | δινόλουτρων |
| Αιτιατική | δινόλουτρο | δινόλουτρα |
| Κλητική | δινόλουτρο | δινόλουτρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →