Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δινόλουτρο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λόγιομορφή λουτροθεραπείας κατά την οποία το νερό τίθεται σε κυκλική κίνηση και ασκεί μηχανική πίεση στο σώμα, με σκοπό τη χαλάρωση ή/και τη θεραπευτική επίδραση Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηη συσκευή που παράγει αυτή τη ροή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δινόλουτρο < δίνη + -ο- + λουτρό (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική whirlpool bath)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδινόλουτροδινόλουτρα
Γενικήδινόλουτρουδινόλουτρων
Αιτιατικήδινόλουτροδινόλουτρα
Κλητικήδινόλουτροδινόλουτρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →