Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διονυσιάζομαι

/ði̯o.ni.siˈa.zo.me/ρήμα
•
  1. θρησκείαεκστασιάζομαι, καταλαμβάνομαι από έκσταση Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηενθουσιάζομαι, εκστασιάζομαι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διονυσιάζομαι < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διονυσιάζω < αρχαία ελληνική Διόνυσος

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδιονυσιάζομαιδιονυσιάζεσαιδιονυσιάζεταιδιονυσιαζόμαστεδιονυσιάζεστεδιονυσιάζονται
Παρατατικόςδιονυσιαζόμουν / διονυσιαζόμουναδιονυσιαζόσουν / διονυσιαζόσουναδιονυσιαζόταν / διονυσιαζότανεδιονυσιαζόμασταν / διονυσιαζόμαστεδιονυσιαζόσασταν / διονυσιαζόσαστεδιονυσιάζονταν / διονυσιαζόντουσαν
Αόριστοςδιονυσιάστηκαδιονυσιάστηκεςδιονυσιάστηκεδιονυσιαστήκαμεδιονυσιαστήκατεδιονυσιάστηκαν / διονυσιαστήκαν / διονυσιαστήκανε
Μέλλονταςθα διονυσιάζομαι / θα διονυσιαστώθα διονυσιάζεσαι / θα διονυσιαστείςθα διονυσιάζεται / θα διονυσιαστείθα διονυσιαζόμαστε / θα διονυσιαστούμεθα διονυσιάζεστε / θα διονυσιαστείτεθα διονυσιάζονται / θα διονυσιαστούν / θα διονυσιαστούνε
Παρακείμενοςέχω διονυσιαστείέχεις διονυσιαστείέχει διονυσιαστεί———
Υπερσυντέλικοςείχα διονυσιαστείείχες διονυσιαστείείχε διονυσιαστεί———
Υποτακτικήνα έχω διονυσιαστεί / να διονυσιάζομαι / να διονυσιαστώνα έχεις διονυσιαστεί / να διονυσιάζεσαι / να διονυσιαστείςνα έχει διονυσιαστεί / να διονυσιάζεται / να διονυσιαστείνα διονυσιαζόμαστε / να διονυσιαστούμενα διονυσιάζεστε / να διονυσιαστείτενα διονυσιάζονται / να διονυσιαστούν / να διονυσιαστούνε
Προστακτική—διονυσιάζου / διονυσιάσου——διονυσιάζεστε / διονυσιαστείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →