διονυσιάζομαι
•
- θρησκείαεκστασιάζομαι, καταλαμβάνομαι από έκσταση Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηενθουσιάζομαι, εκστασιάζομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διονυσιάζομαι < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διονυσιάζω < αρχαία ελληνική Διόνυσος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διονυσιάζομαι | διονυσιάζεσαι | διονυσιάζεται | διονυσιαζόμαστε | διονυσιάζεστε | διονυσιάζονται |
| Παρατατικός | διονυσιαζόμουν / διονυσιαζόμουνα | διονυσιαζόσουν / διονυσιαζόσουνα | διονυσιαζόταν / διονυσιαζότανε | διονυσιαζόμασταν / διονυσιαζόμαστε | διονυσιαζόσασταν / διονυσιαζόσαστε | διονυσιάζονταν / διονυσιαζόντουσαν |
| Αόριστος | διονυσιάστηκα | διονυσιάστηκες | διονυσιάστηκε | διονυσιαστήκαμε | διονυσιαστήκατε | διονυσιάστηκαν / διονυσιαστήκαν / διονυσιαστήκανε |
| Μέλλοντας | θα διονυσιάζομαι / θα διονυσιαστώ | θα διονυσιάζεσαι / θα διονυσιαστείς | θα διονυσιάζεται / θα διονυσιαστεί | θα διονυσιαζόμαστε / θα διονυσιαστούμε | θα διονυσιάζεστε / θα διονυσιαστείτε | θα διονυσιάζονται / θα διονυσιαστούν / θα διονυσιαστούνε |
| Παρακείμενος | έχω διονυσιαστεί | έχεις διονυσιαστεί | έχει διονυσιαστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διονυσιαστεί | είχες διονυσιαστεί | είχε διονυσιαστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διονυσιαστεί / να διονυσιάζομαι / να διονυσιαστώ | να έχεις διονυσιαστεί / να διονυσιάζεσαι / να διονυσιαστείς | να έχει διονυσιαστεί / να διονυσιάζεται / να διονυσιαστεί | να διονυσιαζόμαστε / να διονυσιαστούμε | να διονυσιάζεστε / να διονυσιαστείτε | να διονυσιάζονται / να διονυσιαστούν / να διονυσιαστούνε |
| Προστακτική | — | διονυσιάζου / διονυσιάσου | — | — | διονυσιάζεστε / διονυσιαστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →