διορθώνομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος διορθώνω Βικιλεξικό
- παθητική φωνή του ρήματος διορθώνω Βικιλεξικό
- Μ' αρέσουν οι παρατηρήσεις! Διορθώνομαι (Από την τηλεοπτική εκπομπή "10 μικροί Μήτσοι")
Ετυμολογία
Άλλοι τύποι
διορθωμένοςδιορθωνόμουνδιορθώθηκαδιορθώνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →