διορισμένος
•
- υπάλληλοςπου έχει διοριστεί σε μια δημόσια θέση Βικιλεξικό
- που έχει οριστεί και δεν έχει εκλεγεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διορισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου διορίζω
Άλλοι τύποι
διορισμέναδιορισμένεδιορισμένεςδιορισμένηδιορισμένηςδιορισμένοδιορισμένοιδιορισμένοςδιορισμένουδιορισμένουςδιορισμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →