διοριστήριο
•
- έγγραφο με το οποίο τελείται επισήμως ο διορισμός Βικιλεξικό
- Ο νεοπροσληφθείς εκπαιδευτικός θα πρέπει να πάρει το διοριστήριο από τη στιγμή που θα αναλάβει καθήκοντα στο σχολείο. (*)
Ετυμολογία
διοριστήριο < ουδέτερο του διοριστήριος < διορίζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διοριστήριο | διοριστήρια |
| Γενική | διοριστήριου | διοριστήριων |
| Αιτιατική | διοριστήριο | διοριστήρια |
| Κλητική | διοριστήριο | διοριστήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →