Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διοριστήριος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον διορισμό ή αναφέρεται σ' αυτόν Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοδιοριστήριο: έγγραφο με το οποίο τελείται επισήμως ο διορισμός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διοριστήριος < διορίζω + -τήριος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιοριστήριοςδιοριστήριαδιοριστήριο
Γενικήδιοριστήριουδιοριστήριαςδιοριστήριου
Αιτιατικήδιοριστήριοδιοριστήριαδιοριστήριο
Κλητικήδιοριστήριεδιοριστήριαδιοριστήριο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιοριστήριοιδιοριστήριεςδιοριστήρια
Γενικήδιοριστήριωνδιοριστήριωνδιοριστήριων
Αιτιατικήδιοριστήριουςδιοριστήριεςδιοριστήρια
Κλητικήδιοριστήριοιδιοριστήριεςδιοριστήρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →