διοριστήριος
•
- που έχει σχέση με τον διορισμό ή αναφέρεται σ' αυτόν Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοδιοριστήριο: έγγραφο με το οποίο τελείται επισήμως ο διορισμός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διοριστήριος < διορίζω + -τήριος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διοριστήριος | διοριστήρια | διοριστήριο |
| Γενική | διοριστήριου | διοριστήριας | διοριστήριου |
| Αιτιατική | διοριστήριο | διοριστήρια | διοριστήριο |
| Κλητική | διοριστήριε | διοριστήρια | διοριστήριο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διοριστήριοι | διοριστήριες | διοριστήρια |
| Γενική | διοριστήριων | διοριστήριων | διοριστήριων |
| Αιτιατική | διοριστήριους | διοριστήριες | διοριστήρια |
| Κλητική | διοριστήριοι | διοριστήριες | διοριστήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →