διορύσσω
•
- λόγιοσκάβω στο έδαφος, προκειμένου ν’ ανοίξω τάφρο με ελεύθερα τα δυο της άκρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διορύσσω < αρχαία ελληνική διορύσσω < δι- + ὀρύσσω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₃rewk- (σκάβω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διορύσσω | διορύσσεις | διορύσσει | διορύσσουμε | διορύσσετε | διορύσσουν / διορύσσουνε |
| Παρατατικός | διόρυσσα | διόρυσσες | διόρυσσε | διορύσσαμε | διορύσσατε | διορύσσαν / διορύσσανε / διόρυσσαν |
| Αόριστος | διόρυξα | διόρυξες | διόρυξε | διορύξαμε | διορύξατε | διορύξαν / διορύξανε / διόρυξαν |
| Μέλλοντας | θα διορύξω / θα διορύσσω | θα διορύξεις / θα διορύσσεις | θα διορύξει / θα διορύσσει | θα διορύξουμε / θα διορύσσουμε | θα διορύξετε / θα διορύσσετε | θα διορύξουν / θα διορύξουνε / θα διορύσσουν / θα διορύσσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διορύξει | έχεις διορύξει | έχει διορύξει | έχουμε διορύξει | έχετε διορύξει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διορύξει | είχες διορύξει | είχε διορύξει | είχαμε διορύξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διορύξει / να διορύξω / να διορύσσω | να έχεις διορύξει / να διορύξεις / να διορύσσεις | να έχει διορύξει / να διορύξει / να διορύσσει | να έχουμε διορύξει / να διορύξουμε / να διορύσσουμε | να έχετε διορύξει / να διορύξετε / να διορύσσετε | να διορύξουν / να διορύξουνε / να διορύσσουν / να διορύσσουνε |
| Προστακτική | — | διόρυξε / διόρυσσε | — | — | διορύξτε / διορύσσετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →