Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διορύσσω

/ði.oˈɾi.so/ρήμα
•
  1. λόγιοσκάβω στο έδαφος, προκειμένου ν’ ανοίξω τάφρο με ελεύθερα τα δυο της άκρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διορύσσω < αρχαία ελληνική διορύσσω < δι- + ὀρύσσω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₃rewk- (σκάβω)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδιορύσσωδιορύσσειςδιορύσσειδιορύσσουμεδιορύσσετεδιορύσσουν / διορύσσουνε
Παρατατικόςδιόρυσσαδιόρυσσεςδιόρυσσεδιορύσσαμεδιορύσσατεδιορύσσαν / διορύσσανε / διόρυσσαν
Αόριστοςδιόρυξαδιόρυξεςδιόρυξεδιορύξαμεδιορύξατεδιορύξαν / διορύξανε / διόρυξαν
Μέλλονταςθα διορύξω / θα διορύσσωθα διορύξεις / θα διορύσσειςθα διορύξει / θα διορύσσειθα διορύξουμε / θα διορύσσουμεθα διορύξετε / θα διορύσσετεθα διορύξουν / θα διορύξουνε / θα διορύσσουν / θα διορύσσουνε
Παρακείμενοςέχω διορύξειέχεις διορύξειέχει διορύξειέχουμε διορύξειέχετε διορύξει—
Υπερσυντέλικοςείχα διορύξειείχες διορύξειείχε διορύξειείχαμε διορύξει——
Υποτακτικήνα έχω διορύξει / να διορύξω / να διορύσσωνα έχεις διορύξει / να διορύξεις / να διορύσσειςνα έχει διορύξει / να διορύξει / να διορύσσεινα έχουμε διορύξει / να διορύξουμε / να διορύσσουμενα έχετε διορύξει / να διορύξετε / να διορύσσετενα διορύξουν / να διορύξουνε / να διορύσσουν / να διορύσσουνε
Προστακτική—διόρυξε / διόρυσσε——διορύξτε / διορύσσετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →