διπλοπαρκάρω
•
- παρκάρω στο δρόμο δίπλα σε άλλο παρκαρισμένο αυτοκίνητο Βικιλεξικό
- Βαρύς θα πέσει ο πέλεκυς για τους οδηγούς που θα επιλέξουν να διπλοπαρκάρουν, ως έσχατη ή και όχι, λύση καθώς η εύρεση χώρου στάθμευσης στην πόλη έχει γίνει πιο δύσκολη και από την εύρεση… θησαυρού (Τέλος το διπλοπαρκάρισμα – Έρχονται πρόστιμα και αφαίρεση διπλώματος, Τα Νέα, 01/12/2023 https://www.tanea.gr/2023/12/01/greece/telos-to-diploparkarisma-erxontai-prostima-kai-afairesi-diplomatos/)
Ετυμολογία
διπλοπαρκάρω < διπλο- + παρκάρω (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική double-park)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διπλοπαρκάρω | διπλοπαρκάρεις | διπλοπαρκάρει | διπλοπαρκάρουμε | διπλοπαρκάρετε | διπλοπαρκάρουν / διπλοπαρκάρουνε |
| Παρατατικός | διπλοπάρκαρα | διπλοπάρκαρες | διπλοπάρκαρε | διπλοπαρκάραμε | διπλοπαρκάρατε | διπλοπάρκαραν / διπλοπαρκάραν / διπλοπαρκάρανε |
| Αόριστος | διπλοπαρκάρισα | διπλοπαρκάρισες | διπλοπαρκάρισε | διπλοπαρκαρίσαμε | διπλοπαρκαρίσατε | διπλοπαρκάρισαν / διπλοπαρκαρίσαν / διπλοπαρκαρίσανε |
| Μέλλοντας | θα διπλοπαρκάρω / θα διπλοπαρκαρίσω | θα διπλοπαρκάρεις / θα διπλοπαρκαρίσεις | θα διπλοπαρκάρει / θα διπλοπαρκαρίσει | θα διπλοπαρκάρουμε / θα διπλοπαρκαρίσουμε | θα διπλοπαρκάρετε / θα διπλοπαρκαρίσετε | θα διπλοπαρκάρουν / θα διπλοπαρκάρουνε / θα διπλοπαρκαρίσουν / θα διπλοπαρκαρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διπλοπαρκαρίσει | έχεις διπλοπαρκαρίσει | έχει διπλοπαρκαρίσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διπλοπαρκαρίσει | είχες διπλοπαρκαρίσει | είχε διπλοπαρκαρίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διπλοπαρκαρίσει / να διπλοπαρκάρω / να διπλοπαρκαρίσω | να έχεις διπλοπαρκαρίσει / να διπλοπαρκάρεις / να διπλοπαρκαρίσεις | να έχει διπλοπαρκαρίσει / να διπλοπαρκάρει / να διπλοπαρκαρίσει | να διπλοπαρκάρουμε / να διπλοπαρκαρίσουμε | να διπλοπαρκάρετε / να διπλοπαρκαρίσετε | να διπλοπαρκάρουν / να διπλοπαρκάρουνε / να διπλοπαρκαρίσουν / να διπλοπαρκαρίσουνε |
| Προστακτική | — | έχε διπλοπαρκαρισμένο / διπλοπάρκαρε / διπλοπαρκάρισε | — | — | διπλοπαρκάρετε / διπλοπαρκαρίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διπλοπαρκαρίστηκαδιπλοπαρκάρομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →