διπλοπενιά
•
- μουσικήτο δεξιοτεχνικό παίξιμο δύο ήχων ταυτόχρονα (πρίμο - σεγκόντο) σε λαϊκό έγχορδο όργανο (όπως μπουζούκι, μπαγλαμάς κ.τ.ό.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διπλοπενιά < διπλο- + πενιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διπλοπενιά | διπλοπενιές |
| Γενική | διπλοπενιάς | διπλοπενιών |
| Αιτιατική | διπλοπενιά | διπλοπενιές |
| Κλητική | διπλοπενιά | διπλοπενιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →