διπλοπόδι
•
- σπάνιοσταυροπόδι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διπλοπόδι < μεσαιωνική ελληνική διπλοπόδ(ης) + -ι
Άλλοι τύποι
διπλοποδιούδιπλοποδιώνδιπλοπόδιδιπλοπόδια
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
διπλοπόδι < μεσαιωνική ελληνική διπλοπόδ(ης) + -ι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →