Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διπλοπόδι

επίρρημα
•
  1. σπάνιοσταυροπόδι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διπλοπόδι < μεσαιωνική ελληνική διπλοπόδ(ης) + -ι

Άλλοι τύποι

διπλοποδιούδιπλοποδιώνδιπλοπόδιδιπλοπόδια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →