διπλωματικότητα
•
- μεταφορικάτο να είναι κάποιος διπλωμάτης, να φέρεται διπλωματικά, με διπλωματία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διπλωματικότητα < διπλωματικός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διπλωματικότητα | διπλωματικότητες |
| Γενική | διπλωματικότητας | διπλωματικοτήτων |
| Αιτιατική | διπλωματικότητα | διπλωματικότητες |
| Κλητική | διπλωματικότητα | διπλωματικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →