Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διπλωματούχος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κάτοχος ενός διπλώματος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διπλωματούχος < διπλώματ(ος) + -ούχος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιπλωματούχοςδιπλωματούχα / διπλωματούχοςδιπλωματούχο
Γενικήδιπλωματούχουδιπλωματούχας / διπλωματούχουδιπλωματούχου
Αιτιατικήδιπλωματούχοδιπλωματούχα / διπλωματούχοδιπλωματούχο
Κλητικήδιπλωματούχεδιπλωματούχα / διπλωματούχεδιπλωματούχο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιπλωματούχοιδιπλωματούχες / διπλωματούχοιδιπλωματούχα
Γενικήδιπλωματούχωνδιπλωματούχωνδιπλωματούχων
Αιτιατικήδιπλωματούχουςδιπλωματούχες / διπλωματούχουςδιπλωματούχα
Κλητικήδιπλωματούχοιδιπλωματούχες / διπλωματούχοιδιπλωματούχα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →