διπλό
•
- για φιλικό παιχνίδι ή παιχνίδι προπόνησηςπου παίζεται κανονικά, σε όλο το γήπεδο, σε αντίθεση με το μονό που παίζεται μόνο στο ένα μέρος Βικιλεξικό
- το σημείο 2 στο ΠΡΟΠΟ που δείχνει (ή προβλέπει) νίκη της δεύτερης ομάδας, η οποία θεωρείται ότι παίζει εκτός έδρας Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηνίκη της φιλοξενούμενης ομάδας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διπλό < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →