Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διπλό

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. για φιλικό παιχνίδι ή παιχνίδι προπόνησηςπου παίζεται κανονικά, σε όλο το γήπεδο, σε αντίθεση με το μονό που παίζεται μόνο στο ένα μέρος Βικιλεξικό
  2. το σημείο 2 στο ΠΡΟΠΟ που δείχνει (ή προβλέπει) νίκη της δεύτερης ομάδας, η οποία θεωρείται ότι παίζει εκτός έδρας Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηνίκη της φιλοξενούμενης ομάδας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διπλό < → λείπει η ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →