Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διποδία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μετρικήη ενότητα στίχου που συγκροτείται από δύο διαδοχικούς μετρικούς πόδες οι οποίοι αντιμετωπίζονται ως ένα αδιαίρετο σύνολο ή μέτρο με ενιαία ρυθμική αξία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διποδία < αρχαία ελληνική διποδία < δι- + πούς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιποδίαδιποδίες
Γενικήδιποδίαςδιποδιών
Αιτιατικήδιποδίαδιποδίες
Κλητικήδιποδίαδιποδίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →