Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διπολικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. μεταφορικάπου βασίζεται σε δύο αντίθετες συνιστώσες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διπολικός < δίπολος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιπολικόςδιπολικήδιπολικό
Γενικήδιπολικούδιπολικήςδιπολικού
Αιτιατικήδιπολικόδιπολικήδιπολικό
Κλητικήδιπολικέδιπολικήδιπολικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιπολικοίδιπολικέςδιπολικά
Γενικήδιπολικώνδιπολικώνδιπολικών
Αιτιατικήδιπολικούςδιπολικέςδιπολικά
Κλητικήδιπολικοίδιπολικέςδιπολικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →