Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διπολικότητα

/ði.po.liˈko.ti.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιότητα του δίπολος, διπολικός Βικιλεξικό
  2. ψυχιατρικήη ιδιότητα του δίπολος, διπολικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διπολικότητα < (λόγιο δάνειο) γαλλική bipolarité ή από την αγγλική bipolarity. Μορφολογικά αναλύεται σε δι + πολικότητα (πολικ(ός) + -ότητα)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιπολικότηταδιπολικότητες
Γενικήδιπολικότηταςδιπολικοτήτων
Αιτιατικήδιπολικότηταδιπολικότητες
Κλητικήδιπολικότηταδιπολικότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →