διπολικότητα
•
- η ιδιότητα του δίπολος, διπολικός Βικιλεξικό
- ψυχιατρικήη ιδιότητα του δίπολος, διπολικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διπολικότητα < (λόγιο δάνειο) γαλλική bipolarité ή από την αγγλική bipolarity. Μορφολογικά αναλύεται σε δι + πολικότητα (πολικ(ός) + -ότητα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διπολικότητα | διπολικότητες |
| Γενική | διπολικότητας | διπολικοτήτων |
| Αιτιατική | διπολικότητα | διπολικότητες |
| Κλητική | διπολικότητα | διπολικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →