διπολισμός
•
- οικονομίαη ύπαρξη δύο ανταγωνιστικών κέντρων δύναμης, δύο πόλων στις διεθνείς οικονομικές και πολιτικές σχέσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διπολισμός < δίπολ(ος) + -ισμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διπολισμός | διπολισμοί |
| Γενική | διπολισμού | διπολισμών |
| Αιτιατική | διπολισμό | διπολισμούς |
| Κλητική | διπολισμέ | διπολισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →