διπτέρυγος
•
- αυτός που φέρει δύο πτέρυγες Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςη έλικα, ή προπέλα που φέρει δύο πτερύγια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διπτέρυγος < δι- + πτέρυγα + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διπτέρυγος | διπτέρυγη | διπτέρυγο |
| Γενική | διπτέρυγου | διπτέρυγης | διπτέρυγου |
| Αιτιατική | διπτέρυγο | διπτέρυγη | διπτέρυγο |
| Κλητική | διπτέρυγε | διπτέρυγη | διπτέρυγο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διπτέρυγοι | διπτέρυγες | διπτέρυγα |
| Γενική | διπτέρυγων | διπτέρυγων | διπτέρυγων |
| Αιτιατική | διπτέρυγους | διπτέρυγες | διπτέρυγα |
| Κλητική | διπτέρυγοι | διπτέρυγες | διπτέρυγα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →