διπυρίτης
•
- λόγιοη γαλέτα ή το παξιμάδι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διπυρίτης < ελληνιστική κοινή διπυρίτης < αρχαία ελληνική δίπυρος < δι- + πῦρ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *péh₂wr̥
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διπυρίτη / διπυρίτος / διπυρίτο | διπυρίτες / διπυρίτοι / διπυρίτα |
| Γενική | διπυρίτης / διπυρίτου / διπυρίτου | διπυρίτων / διπυρίτων / διπυρίτων |
| Αιτιατική | διπυρίτη / διπυρίτο / διπυρίτο | διπυρίτες / διπυρίτους / διπυρίτα |
| Κλητική | διπυρίτη / διπυρίτε / διπυρίτο | διπυρίτες / διπυρίτοι / διπυρίτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →