δισάκι
•
- διπλός σάκος που κρεμιόταν απ’ τον ώμο ή από το σαμάρι ενός ζώου Βικιλεξικό
- Τι έχει ο φτωχός να φοβηθεί, / σπίτι, ουρανός όπου σταθεί, / το δισάκι του στον ώμο, / για το δρόμο…
Ετυμολογία
δισάκι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δισάκι(ν) / δισάκιον < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή δισάκκιον < δι- + αρχαία ελληνική σακκίον / σακίον < σάκκος / σάκος < σημιτική
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δισάκι | δισάκια |
| Γενική | δισακιού | δισακιών |
| Αιτιατική | δισάκι | δισάκια |
| Κλητική | δισάκι | δισάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →