Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δισάκι

/ðiˈsa.ci/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. διπλός σάκος που κρεμιόταν απ’ τον ώμο ή από το σαμάρι ενός ζώου Βικιλεξικό
    • Τι έχει ο φτωχός να φοβηθεί, / σπίτι, ουρανός όπου σταθεί, / το δισάκι του στον ώμο, / για το δρόμο…

Ετυμολογία

δισάκι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δισάκι(ν) / δισάκιον < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή δισάκκιον < δι- + αρχαία ελληνική σακκίον / σακίον < σάκκος / σάκος < σημιτική

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδισάκιδισάκια
Γενικήδισακιούδισακιών
Αιτιατικήδισάκιδισάκια
Κλητικήδισάκιδισάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →