δισδιάστατος
•
- γεωμετρίαπου έχει δύο διαστάσεις (μήκος και πλάτος) Βικιλεξικό
- Ο Ευκλείδης ορίζει την επιφάνεια ως δισδιάστατη: ("ἐπιφάνεια δέ ἐστιν, ὃ μῆκος καὶ πλάτος μόνον ἔχει." (Ευκλείδης, Στοιχεία, 1.7)
- μεταφορικάπου έχει δύο όψεις, δύο πλευρές Βικιλεξικό
- το πρόβλημα που προκύπτει είναι δισδιάστατο
Ετυμολογία
δισδιάστατος < δισ- + διάστα(ση) + -τος, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική à deux dimensions η γερμανική zweidimensional
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δισδιάστατος | δισδιάστατη | δισδιάστατο |
| Γενική | δισδιάστατου | δισδιάστατης | δισδιάστατου |
| Αιτιατική | δισδιάστατο | δισδιάστατη | δισδιάστατο |
| Κλητική | δισδιάστατε | δισδιάστατη | δισδιάστατο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δισδιάστατοι | δισδιάστατες | δισδιάστατα |
| Γενική | δισδιάστατων | δισδιάστατων | δισδιάστατων |
| Αιτιατική | δισδιάστατους | δισδιάστατες | δισδιάστατα |
| Κλητική | δισδιάστατοι | δισδιάστατες | δισδιάστατα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →