Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δισδιάστατος

/ðizˈði̯a.sta.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. γεωμετρίαπου έχει δύο διαστάσεις (μήκος και πλάτος) Βικιλεξικό
    • Ο Ευκλείδης ορίζει την επιφάνεια ως δισδιάστατη: ("ἐπιφάνεια δέ ἐστιν, ὃ μῆκος καὶ πλάτος μόνον ἔχει." (Ευκλείδης, Στοιχεία, 1.7)
  2. μεταφορικάπου έχει δύο όψεις, δύο πλευρές Βικιλεξικό
    • το πρόβλημα που προκύπτει είναι δισδιάστατο

Ετυμολογία

δισδιάστατος < δισ- + διάστα(ση) + -τος, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική à deux dimensions η γερμανική zweidimensional

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδισδιάστατοςδισδιάστατηδισδιάστατο
Γενικήδισδιάστατουδισδιάστατηςδισδιάστατου
Αιτιατικήδισδιάστατοδισδιάστατηδισδιάστατο
Κλητικήδισδιάστατεδισδιάστατηδισδιάστατο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδισδιάστατοιδισδιάστατεςδισδιάστατα
Γενικήδισδιάστατωνδισδιάστατωνδισδιάστατων
Αιτιατικήδισδιάστατουςδισδιάστατεςδισδιάστατα
Κλητικήδισδιάστατοιδισδιάστατεςδισδιάστατα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →