Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δισεχτιά

/ði.seˈxtça/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λαϊκότροποδίσεκτο έτος Βικιλεξικό
    • Η μάνα μου ήταν η πολύξερη του χωριού μας και πολλών άλλων χωριών τριγύρω μας, ας μην ήξερε ούτε την αλφαβήτα. Όλα τ' άλλα τα 'ξερε καλύτερα από κάθε άλλη γυναίκα, κι απ' τους πλιότερους άντρες ακόμα… Ήξερε τις γιορτές, ποιες είναι οι βαριές και ποιες οι αλαφριές, καθώς και ποιες κάνουν και τα γαϊδούρια σκόλη. Ήξερε να ζυγιάζει, ήξερε τις δρίμες, πότε αρχίζουν και πότε τελειώνουν. Ήξερε πότε είναι η χάση και πότε είναι η πιάση του φεγγαριού. Ήξερε πότε ήταν δισεχτιά και είχε ο Φλεβάρης εικοσιεννιά μέρες και πότε εικοσιοχτώ. (Χρήστος Χρηστοβασίλης, Η Καθαρή Δευτέρα, 2020)

Ετυμολογία

δισεχτιά < δίσεχτ(ος) + -ιά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδισεχτιάδισεχτιές
Γενικήδισεχτιάςδισεχτιών
Αιτιατικήδισεχτιάδισεχτιές
Κλητικήδισεχτιάδισεχτιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →