δισθενής
•
- χημείαπου έχει τιμή σθένους δύο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δισθενής < (δις) δι- + σθέν(ος) + -ής, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική bivalent. Μορφολογικά αναλύεται σε δι- + -σθενής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δισθενής | δισθενής | δισθενές |
| Γενική | δισθενούς | δισθενούς | δισθενούς |
| Αιτιατική | δισθενή | δισθενή | δισθενές |
| Κλητική | δισθενή / δισθενής | δισθενής | δισθενές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δισθενείς | δισθενείς | δισθενή |
| Γενική | δισθενών | δισθενών | δισθενών |
| Αιτιατική | δισθενείς | δισθενείς | δισθενή |
| Κλητική | δισθενείς | δισθενείς | δισθενή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →