δισκίο
•
- ένα χάπι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δισκίο < δίσκος + -ίο(ν) (ονμάστηκε έτσι το χάπι λόγω του σχήματος του)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δισκίο | δισκία |
| Γενική | δισκίου | δισκίων |
| Αιτιατική | δισκίο | δισκία |
| Κλητική | δισκίο | δισκία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →