Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δισκικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αφορά δίσκο Βικιλεξικό
    • Κατά την διάρκεια της σκελετικής ανάπτυξης ο δισκικός όγκος αυξάνει, με αποτέλεσμα τα αγγεία του ινώδους δακτυλίου και των τελικών πλακών να μειώνονται σε αριθμό και σε μέγεθος, ενώ ο αριθμός των κυττάρων νωτιαίας χορδής ελαττώνεται. (Κωνσταντίνος Δάκης, Μηχανισμοί και επιπτώσεις εκφύλισης του μεσοσπονδύλιου δίσκου, Ιατρική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών, 2016, σελ. 37 https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/frontend/file/lib/default/data/1312743/theFile)

Ετυμολογία

δισκικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδισκικόςδισκικήδισκικό
Γενικήδισκικούδισκικήςδισκικού
Αιτιατικήδισκικόδισκικήδισκικό
Κλητικήδισκικέδισκικήδισκικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδισκικοίδισκικέςδισκικά
Γενικήδισκικώνδισκικώνδισκικών
Αιτιατικήδισκικούςδισκικέςδισκικά
Κλητικήδισκικοίδισκικέςδισκικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →