Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δισκοβολώ

ρήμα
•
  1. αθλητισμόςαγωνίζομαι στο αγώνισμα της δισκοβολίας, ρίχνω τον δίσκο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δισκοβολώ < (ελληνιστική κοινή) / δισκοβολῶ < αρχαία ελληνική δίσκος + βάλλω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδισκοβολώδισκοβολείςδισκοβολείδισκοβολούμεδισκοβολείτεδισκοβολούν / δισκοβολούνε
Παρατατικόςδισκοβολούσαδισκοβολούσεςδισκοβολούσεδισκοβολούσαμεδισκοβολούσατεδισκοβολούσαν / δισκοβολούσανε
Αόριστοςδισκοβόλησαδισκοβόλησεςδισκοβόλησεδισκοβολήσαμεδισκοβολήσατεδισκοβολήσαν / δισκοβολήσανε / δισκοβόλησαν
Μέλλονταςθα δισκοβολήσω / θα δισκοβολώθα δισκοβολήσεις / θα δισκοβολείςθα δισκοβολήσει / θα δισκοβολείθα δισκοβολήσουμε / θα δισκοβολούμεθα δισκοβολήσετε / θα δισκοβολείτεθα δισκοβολήσουν / θα δισκοβολήσουνε / θα δισκοβολούν / θα δισκοβολούνε
Παρακείμενοςέχω δισκοβολήσειέχεις δισκοβολήσειέχει δισκοβολήσειέχουμε δισκοβολήσειέχετε δισκοβολήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα δισκοβολήσειείχες δισκοβολήσειείχε δισκοβολήσειείχαμε δισκοβολήσει——
Υποτακτικήνα έχω δισκοβολήσει / να δισκοβολήσω / να δισκοβολώνα έχεις δισκοβολήσει / να δισκοβολήσεις / να δισκοβολείςνα έχει δισκοβολήσει / να δισκοβολήσει / να δισκοβολείνα έχουμε δισκοβολήσει / να δισκοβολήσουμε / να δισκοβολούμενα έχετε δισκοβολήσει / να δισκοβολήσετε / να δισκοβολείτενα δισκοβολήσουν / να δισκοβολήσουνε / να δισκοβολούν / να δισκοβολούνε
Προστακτική—δισκοβόλει / δισκοβόλησε——δισκοβολήστε / δισκοβολείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →