δισκοβολώ
•
- αθλητισμόςαγωνίζομαι στο αγώνισμα της δισκοβολίας, ρίχνω τον δίσκο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δισκοβολώ < (ελληνιστική κοινή) / δισκοβολῶ < αρχαία ελληνική δίσκος + βάλλω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δισκοβολώ | δισκοβολείς | δισκοβολεί | δισκοβολούμε | δισκοβολείτε | δισκοβολούν / δισκοβολούνε |
| Παρατατικός | δισκοβολούσα | δισκοβολούσες | δισκοβολούσε | δισκοβολούσαμε | δισκοβολούσατε | δισκοβολούσαν / δισκοβολούσανε |
| Αόριστος | δισκοβόλησα | δισκοβόλησες | δισκοβόλησε | δισκοβολήσαμε | δισκοβολήσατε | δισκοβολήσαν / δισκοβολήσανε / δισκοβόλησαν |
| Μέλλοντας | θα δισκοβολήσω / θα δισκοβολώ | θα δισκοβολήσεις / θα δισκοβολείς | θα δισκοβολήσει / θα δισκοβολεί | θα δισκοβολήσουμε / θα δισκοβολούμε | θα δισκοβολήσετε / θα δισκοβολείτε | θα δισκοβολήσουν / θα δισκοβολήσουνε / θα δισκοβολούν / θα δισκοβολούνε |
| Παρακείμενος | έχω δισκοβολήσει | έχεις δισκοβολήσει | έχει δισκοβολήσει | έχουμε δισκοβολήσει | έχετε δισκοβολήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δισκοβολήσει | είχες δισκοβολήσει | είχε δισκοβολήσει | είχαμε δισκοβολήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δισκοβολήσει / να δισκοβολήσω / να δισκοβολώ | να έχεις δισκοβολήσει / να δισκοβολήσεις / να δισκοβολείς | να έχει δισκοβολήσει / να δισκοβολήσει / να δισκοβολεί | να έχουμε δισκοβολήσει / να δισκοβολήσουμε / να δισκοβολούμε | να έχετε δισκοβολήσει / να δισκοβολήσετε / να δισκοβολείτε | να δισκοβολήσουν / να δισκοβολήσουνε / να δισκοβολούν / να δισκοβολούνε |
| Προστακτική | — | δισκοβόλει / δισκοβόλησε | — | — | δισκοβολήστε / δισκοβολείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →