δισκοθήκη
•
- συλλογή με μουσικούς δίσκους (βινυλίου, CD κ.ά.) Βικιλεξικό
- το κατάλληλο έπιπλο για την τοποθέτηση και φύλαξη δίσκων ή μιας τέτοιας συλλογής Βικιλεξικό
- κυπριακάντισκοτέκ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δισκοθήκη < δισκο- + -θήκη, λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική discothèque < disque (< αρχαία ελληνική δίσκος) + -thèque (< αρχαία ελληνική θήκη < τίθημι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δισκοθήκη | δισκοθήκες |
| Γενική | δισκοθήκης | δισκοθηκών |
| Αιτιατική | δισκοθήκη | δισκοθήκες |
| Κλητική | δισκοθήκη | δισκοθήκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →