Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δισταθής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. πληροφορικήπου έχει δύο καταστάσεις ηρεμίας/ευστάθειας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δισταθής < (δις) δι- + (αρχαία ελληνική ἵστημι) σταθ- + -ής (κατά τα ασταθής, ευσταθής), μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική bistable • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδισταθήςδισταθήςδισταθές
Γενικήδισταθούςδισταθούςδισταθούς
Αιτιατικήδισταθήδισταθήδισταθές
Κλητικήδισταθή / δισταθήςδισταθήςδισταθές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδισταθείςδισταθείςδισταθή
Γενικήδισταθώνδισταθώνδισταθών
Αιτιατικήδισταθείςδισταθείςδισταθή
Κλητικήδισταθείςδισταθείςδισταθή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →