δισταυρία
•
- η δυνατότητα που παρέχεται σε ψηφοφόρο να σημειώσει μέχρι δύο σταυρούς προτίμησης σε κάποιο ψηφοδέλτιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δισταυρία < (δις) δι- + σταυρ(ός) + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δισταυρία | δισταυρίες |
| Γενική | δισταυρίας | δισταυριών |
| Αιτιατική | δισταυρία | δισταυρίες |
| Κλητική | δισταυρία | δισταυρίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →