διτυπία
•
- γλωσσολογίαη παράλληλη χρήση δύο διακριτών μορφολογικών τύπων για την ίδια λέξη, οι οποίοι συνήθως συνυπάρχουν στο ίδιο γλωσσικό σύστημα και διαφοροποιούνται ανάλογα με το υφολογικό επίπεδο ή την ιστορική τους προέλευση Βικιλεξικό
- Η συστηματική διτυπία (πχ ερωτώ / ρωτώ) που παρατηρείται σε πολλά κείμενα —όπου ο ίδιος όρος εμφανίζεται ταυτόχρονα στην αρχαΐζουσα και τη δημώδη μορφή του— αποτελεί πολύτιμο τεκμήριο για τη μελέτη της γλωσσικής εξέλιξης.
Ετυμολογία
διτυπία < δι- + τύπος + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διτυπία | διτυπίες |
| Γενική | διτυπίας | διτυπιών |
| Αιτιατική | διτυπία | διτυπίες |
| Κλητική | διτυπία | διτυπίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →