Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διτυπία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γλωσσολογίαη παράλληλη χρήση δύο διακριτών μορφολογικών τύπων για την ίδια λέξη, οι οποίοι συνήθως συνυπάρχουν στο ίδιο γλωσσικό σύστημα και διαφοροποιούνται ανάλογα με το υφολογικό επίπεδο ή την ιστορική τους προέλευση Βικιλεξικό
    • Η συστηματική διτυπία (πχ ερωτώ / ρωτώ) που παρατηρείται σε πολλά κείμενα —όπου ο ίδιος όρος εμφανίζεται ταυτόχρονα στην αρχαΐζουσα και τη δημώδη μορφή του— αποτελεί πολύτιμο τεκμήριο για τη μελέτη της γλωσσικής εξέλιξης.

Ετυμολογία

διτυπία < δι- + τύπος + -ία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιτυπίαδιτυπίες
Γενικήδιτυπίαςδιτυπιών
Αιτιατικήδιτυπίαδιτυπίες
Κλητικήδιτυπίαδιτυπίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →