διυπηρεσιακός
•
- που καλύπτει πολλαπλές υπηρεσίες Βικιλεξικό
- διυπηρεσιακός συντονισμός
Ετυμολογία
διυπηρεσιακός < δι- + υπηρεσιακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διυπηρεσιακός | διυπηρεσιακή | διυπηρεσιακό |
| Γενική | διυπηρεσιακού | διυπηρεσιακής | διυπηρεσιακού |
| Αιτιατική | διυπηρεσιακό | διυπηρεσιακή | διυπηρεσιακό |
| Κλητική | διυπηρεσιακέ | διυπηρεσιακή | διυπηρεσιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διυπηρεσιακοί | διυπηρεσιακές | διυπηρεσιακά |
| Γενική | διυπηρεσιακών | διυπηρεσιακών | διυπηρεσιακών |
| Αιτιατική | διυπηρεσιακούς | διυπηρεσιακές | διυπηρεσιακά |
| Κλητική | διυπηρεσιακοί | διυπηρεσιακές | διυπηρεσιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →