Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διυπηρεσιακός

/ði.i.pi.ɾe.si.aˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που καλύπτει πολλαπλές υπηρεσίες Βικιλεξικό
    • διυπηρεσιακός συντονισμός

Ετυμολογία

διυπηρεσιακός < δι- + υπηρεσιακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιυπηρεσιακόςδιυπηρεσιακήδιυπηρεσιακό
Γενικήδιυπηρεσιακούδιυπηρεσιακήςδιυπηρεσιακού
Αιτιατικήδιυπηρεσιακόδιυπηρεσιακήδιυπηρεσιακό
Κλητικήδιυπηρεσιακέδιυπηρεσιακήδιυπηρεσιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιυπηρεσιακοίδιυπηρεσιακέςδιυπηρεσιακά
Γενικήδιυπηρεσιακώνδιυπηρεσιακώνδιυπηρεσιακών
Αιτιατικήδιυπηρεσιακούςδιυπηρεσιακέςδιυπηρεσιακά
Κλητικήδιυπηρεσιακοίδιυπηρεσιακέςδιυπηρεσιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →