Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διφασικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ηλεκτρολογίαπου συνδυάζει δύο μονοφασικά εναλλασσόμενα ρεύματα Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοδιφασικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διφασικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: (άμεσο δάνειο) γαλλική diphasé < αρχαία ελληνική (δις) δι- + φάσ(ις) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιφασικόςδιφασικήδιφασικό
Γενικήδιφασικούδιφασικήςδιφασικού
Αιτιατικήδιφασικόδιφασικήδιφασικό
Κλητικήδιφασικέδιφασικήδιφασικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιφασικοίδιφασικέςδιφασικά
Γενικήδιφασικώνδιφασικώνδιφασικών
Αιτιατικήδιφασικούςδιφασικέςδιφασικά
Κλητικήδιφασικοίδιφασικέςδιφασικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →