διφασικός
•
- ηλεκτρολογίαπου συνδυάζει δύο μονοφασικά εναλλασσόμενα ρεύματα Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοδιφασικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διφασικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: (άμεσο δάνειο) γαλλική diphasé < αρχαία ελληνική (δις) δι- + φάσ(ις) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διφασικός | διφασική | διφασικό |
| Γενική | διφασικού | διφασικής | διφασικού |
| Αιτιατική | διφασικό | διφασική | διφασικό |
| Κλητική | διφασικέ | διφασική | διφασικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διφασικοί | διφασικές | διφασικά |
| Γενική | διφασικών | διφασικών | διφασικών |
| Αιτιατική | διφασικούς | διφασικές | διφασικά |
| Κλητική | διφασικοί | διφασικές | διφασικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →