διφωνία
•
- μουσικήτο να τραγουδιέται ένα τραγούδι με δύο φωνές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διφωνία < δίφωνος + -ία < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Zweistimmigkeit. Αναλύεται σε (δις) δι- + φων(ή) + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διφωνία | διφωνίες |
| Γενική | διφωνίας | διφωνιών |
| Αιτιατική | διφωνία | διφωνίες |
| Κλητική | διφωνία | διφωνίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →