διφωσφορικός
•
- βιοχημείαπου αναφέρεται σε χημική ένωση ή ανιόν που περιέχει δύο ομάδες φωσφορικών ιόντων (PO₄³⁻) συνδεδεμένες μεταξύ τους μέσω οξυγόνου και χρησιμοποιείται σε πολλές βιολογικές και χημικές διεργασίες, όπως η ενεργειακή μεταφορά στα κύτταρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διφωσφορικός < δι- + φωσφορικός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική diphosphate)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διφωσφορικός | διφωσφορική | διφωσφορικό |
| Γενική | διφωσφορικού | διφωσφορικής | διφωσφορικού |
| Αιτιατική | διφωσφορικό | διφωσφορική | διφωσφορικό |
| Κλητική | διφωσφορικέ | διφωσφορική | διφωσφορικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διφωσφορικοί | διφωσφορικές | διφωσφορικά |
| Γενική | διφωσφορικών | διφωσφορικών | διφωσφορικών |
| Αιτιατική | διφωσφορικούς | διφωσφορικές | διφωσφορικά |
| Κλητική | διφωσφορικοί | διφωσφορικές | διφωσφορικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →