διφωσφορυλίωση
•
- χημείαη προσθήκη με χημική αντίδραση δύο φωσφορυλομάδων στο μόριο μιας χημικής ένωσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διφωσφορυλίωση < (δις) δι- + φωσφορυλίωση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διφωσφορυλίωση | διφωσφορυλιώσεις |
| Γενική | διφωσφορυλίωσης | διφωσφορυλιώσεων |
| Αιτιατική | διφωσφορυλίωση | διφωσφορυλιώσεις |
| Κλητική | διφωσφορυλίωση | διφωσφορυλιώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →